The Deep Conspiracy, Athens, Greece

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

ΜΟΝΑΧΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Από τη συλλογή "Residentia en la tierra" 2
σε μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη στο
"Πάμπλο Νερούδα - Ποιήματα", έκδοση Νεφέλη 1982

Υπάρχουν ερημικά κοιμητήρια,
τάφοι γεμάτοι κόκκαλα δίχως ήχο,
η καρδιά διασχίζοντας μιά σήραγγα
σκοτεινή, σκοτεινή, σκοτεινή,
που στα ενδότερά της πεθαίνουμε, όπως σε ναυάγιο,
σα να καταποντιζόμασταν μες την καρδιά,
σα να κατρακυλούσαμε απ' το δέρμα στην ψυχή.

Υπάρχουν πτώματα, υπάρχουν πόδια από γλοιώδη ψυχρή άργιλλο,
υπάρχει ο θάνατος μέσα στα κόκκαλα,
σαν ήχος καθαρός,
σαν υλακή δίχως σκυλί,
που αναδύεται μεσ' από κάποιες καμπάνες, από κάποιους τάφους,
αυξαίνοντας μέσα στην υγρασία όπως τα δάκρυα ή η βροχή.

Βλέπω, μονάχος, καμιά φορά,
φέρετρα με ιστία,
να σαλπάρουν μαζί με χλωμούς πεθαμένους, και με γυναίκες που έχουν πλεξούδες νεκρές,
μαζί με ψωμάδες λευκούς σαν άγγελους,
μαζί με κορίτσια στοχαστικά παντρεμένα με συμβολαιογράφους,
φέρετρα ν' αναπλέουν το κάθετο ποτάμι των νεκρών,
το μενεξεδένιο ποτάμι,
προς τα εκεί ψηλά, με τα ιστία φουσκωμένα από τον ήχο του θανάτου,

Στο ηχηρό ακρογιάλι φτάνει ο θάνατος
σαν ένα παπούτσι χωρίς πόδι, σαν ένα ένδυμα χωρίς άνθρωπο,
έρχεται να κτυπήσει μ' ένα δαχτυλίδι χωρίς πέτρα και χωρίς δάχτυλο,
έρχεται να φωνάξει χωρίς στόμα, χωρίς γλώσσα, χωρίς λαρύγγι.

Τα βήματά μου ωστόσο αντηχούν
και η ενδυμασία μου αντηχεί, σιωπηλή, σαν ένα δέντρο.

Δεν ξέρω, λίγα καταλαβαίνω, μόλις βλέπω,
όμως θαρρώ πως το τραγούδι του έχει το χρώμα υγρής βιολέττας,
βιολέττας που έχει συνηθίσει το χώμα, γιατί το πρόσωπο του θανάτου είναι πράσινο,
και η ματιά του θανάτου είναι πράσινη,
με τη διαπεραστική υγρασία ενός φύλλου βιολέττας,
και το βαρύ του χρώμα ενός οργισμένου χειμώνα.

Ομως ο θάνατος προχωρεί ανάμεσα απ' τον κόσμο μεταμφιεσμένος σε σάρωθρο,
γλύφει το έδαφος αναζητώντας πεθαμένους,
ο θάνατος βρίσκεται μέσα στο σάρωθρο,
είν' η βελόνα του θανάτου αναζητώντας την κλώστή.

Ο θάνατος βρίσκεται μέσα στα κρεββάτια,
στα μαλακά τα στρώματα στις μαύρες κουβέρτες
ζει ξαπλωμένος, και ξαφνικά φυσάει :
φυσάει μ' έναν ήχο ζοφερό που φουσκώνει τα σεντόνια,
και υπάρχουν κρεββάτια που ταξιδεύουν για ένα λιμάνι
όπου ο θάνατος περιμένει, με στολή ναυάρχου.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

ΣΟΝΑΤΕΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ



Μ' αρέσει μες στη νύχτα να σε νιώθω κοντά μου,
αθώρητη στον ύπνο σου, σοβαρή κι ερεβένια,
ενώ εγώ τις σκοτούρες μου ξεμπλέκω
σαν να 'ταν τάχα δίχτυα μπερδεμένα.

Απούσα, μέσα στα όνειρα ταξιδεύει η καρδιά σου,
μα το εγκαταλειμμένο κορμί σου ανασαλεύει
στα τυφλά αναζητώντας με, τον ύπνο αξαινοντάς μου,
σαν το φυντάνι που διπλό γίνεται μες στον ίσκιο.

Όρθή, θα 'σαι άλλη που αύριο θα ζήσει,
όμως από τα χαμένα μέτωπα μες στη νύχτα,
από το ζω και δεν ζω που βρισκόμαστε, κάτι

μένει που μες στης ζωής το φως μας πλησιάζει
λες και έχει με φωτιά η σφραγίδα του ίσκιου
τα κρυφά πλάσματα του σημαδέψει.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

ODA A LA CASCADA




ODA A LA CASCADA

De pronto, un día
me levanté temprano
y te di una cascada.
De todo
lo que existe
sobre la tierra,
piedras,
edificios,
claveles,
de todo
lo que vuela en el aire,
nubes,
pájaros,
de todo
lo que existe
bajo la tierra,
minerales,
muertos,
no hay nada tan fugitivo,
nada que cante
como una cascada.
Ahí la tienes:
ruge
como leana blanca,
brilla
como la flor de fósforo,
sueña
con cada uno de tus sueños,
canta
en mi canto
dándome
pasajera platería.
Pero
trabaja y mueve
la rueda
de un molino
y no sólo
es herido crisantemo,
sino realizadora
de la harina,
madre del pan que comes
cada día.
Nunca
te pesará lo que te ha dado
porque siempre
fue tuyo
lo que te di,
la flor o la madera,
la palabra o el muro
que sostienen
todo el amor errante que reposa
ardiendo en nuestros manos,
pero de cuanto
te di,
te doy,
te entrego,
será esta
secreta
voz
del agua
la que un día
dirá en su idioma cuanto
tú y yo callamos,
contará nuestros besos
a la tierra,
a la harina,
seguirá
moliendo
trigo,
noche,
silencio,
palabras,
cuentos,
canto.

....................

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...